Η ΓΣΕΕ παραδίδει την απεργία στα αφεντικά

ΓΣΕΕ
ΓΣΕΕ
Ο «λιθοβολισμός» από την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ ενάντια στη μορφή πάλης της απεργίας και συνολικά τους εργατικούς αγώνες είναι χαρακτηριστικός για το ρόλο που έχουν αναλάβει από τα αφεντικά τους

Η δήλωση από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ πως «η απεργία έφαγε τα ψωμιά της», δηλαδή η άρνηση, η απαξίωση και το μουτζούρωμά της ως αρνητικής μορφής πάλης και αγωνιστικής διεκδίκησης απέναντι στους επιχειρηματικούς ομίλους και το κράτος τους, φανερώνει και αποδεικνύει όλη την προηγούμενη στάση των δυνάμεων της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, όπως και των αντίστοιχων συνδικαλιστών σε δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα, που λύσσαξαν κυριολεκτικά απέναντι σε κάθε πρόταση για απεργιακή απάντηση.

Η ΓΣΕΕ, με βάση την κεντρική εισήγηση του προέδρου της στο πρόσφατο Γενικό Συμβούλιο, μπροστά στη συμπλήρωση των 100 χρόνων ζωής της, έριξε κάθε φύλλο συκής, ενώ παράλληλα έγιναν πιο κατανοητοί μία σειρά συνδικαλιστικοί χειρισμοί του προηγούμενου μήνα, τόσο κεντρικά όσο και σε αρκετές συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Είναι προφανές ότι αυτή η δήλωση θα αξιοποιηθεί όπως χρειάζεται από τον ΣΕΒ, τον ΣΕΤΕ, τους εφοπλιστές, την κυβέρνηση, αλλά και τα άλλα κόμματα που υπερασπίζονται το σύστημα της εκμετάλλευσης, καθώς αφήνονται εκτεθειμένοι χιλιάδες εργαζόμενοι, που κινητοποιούνται σε κλάδους και χώρους δουλειάς για αυξήσεις στους μισθούς, για Συλλογικές Συμβάσεις, για απόκρουση των εργοδοτικών αξιώσεων.

Η ΓΣΕΕ παραδίδει την απεργία στα αφεντικά, ανεξαρτήτως του καλύμματος με το οποίο προσπαθεί να το ντύσει.

Οι απαράδεκτες τοποθετήσεις γύρω από την απεργία είναι σημείο των καιρών και ώριμο φρούτο πάνω στη δεδομένη στρατηγική του κεφαλαίου, που υπερασπίζεται με χέρια και με πόδια η ΓΣΕΕ.

Από την έναρξη των μνημονίων, την περίοδο δηλαδή που οι ίδιες συνδικαλιστικές δυνάμεις επιχειρηματολογούσαν πάνω στην «εθνική ενότητα», χαρακτηρίζοντας την απεργία σε συνθήκες οικονομικής κρίσης «τρέλα», έμπαινε η λογική του «χαμένου μεροκάματου», είτε από τις παραδοσιακές δυνάμεις του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού είτε από τις τότε εκκολαπτόμενες, που ανέφεραν πως η απεργία «δεν προκαλεί κανέναν ενθουσιασμό στα εργατικά στρώματα (…) οι εργαζόμενοι νιώθουν ότι δεν έχει κανένα νόημα, (…) ότι απλά θα χάσουν ακόμα ένα μεροκάματο, τη στιγμή που δεν έχουν τα στοιχειώδη για την επιβίωσή τους»!

Η απεργία δεν είναι μια οποιαδήποτε μορφή πάλης, ώστε να μουτζουρώνεται ή να εκφυλίζεται, δεν είναι απλά μια αποχή από την εργασία. Η απεργία ως μορφή πάλης βρίσκεται αντικειμενικά απέναντι στη λειτουργία και την καρδιά του εκμεταλλευτικού συστήματος, αφού για όσο διαρκεί σημαίνει τη διακοπή της καπιταλιστικής παραγωγής. Γι’ αυτό, άλλωστε, κάθε απεργία αντιμετωπίζεται με λύσσα από το κράτος και τη μεγαλοεργοδοσία κάθε κλάδου.

Στην ίδια κατεύθυνση, τα αποσπάσματα του κεφαλαίου στις γραμμές της εργατικής τάξης έχουν κάθε λόγο να επιδιώκουν την αποδυνάμωση αυτού του όπλου, να το υπονομεύσουν, να το εκφυλίσουν, να το λερώσουν.

Κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα και με αφετηρία τη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΓΣΕΕ που έδωσε κατευθύνσεις, γίναμε μάρτυρες αναρίθμητων τοποθετήσεων καθώς και θεωρητικών τάχα αναλύσεων, προκειμένου να δικαιολογηθεί όχι απλά ένας χειρισμός ή μία διαφοροποίηση στη μορφή πάλης, αλλά να δικαιολογηθεί η θέση. Θέση που σε γενικές γραμμές εστίαζε στην πλήρη ακινησία με κάθε τρόπο μπροστά στα μέτρα του πολυνομοσχεδίου. Οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους για να φρενάρουν αποφάσεις συνδικαλιστικών οργανώσεων, να μπει πάγος και να μην οργανώσει αντίσταση.

Η επιμονή Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων, ακόμα και συνδικάτων που δεν συμφωνούν σε όλα με το ΠΑΜΕ, να προχωρήσουν σε απεργία το Γενάρη, αλλά και η όποια δημιουργία απεργιακού κλίματος μακριά από τις διαθέσεις των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, φανέρωσαν την αναξιοπιστία, τον τυχοδιωκτισμό του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Πυροδότησαν τραγελαφικές δηλώσεις, αντιφάσεις και τοποθετήσεις, όπως π.χ. συνδικαλιστές να καταψηφίζουν την πρόταση για απεργία στο δευτεροβάθμιο όργανο και την επόμενη μέρα να προτείνουν απεργία στον κλάδο τους, να προχωρούν σε βαρύγδουπες και πομπώδεις εκφράσεις σε Βουλή και ΜΜΕ, αλλά στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να προτείνουν σιωπή και απεργία μετά από δύο μήνες ή να επινοούν από το πουθενά ένα συλλαλητήριο, ως πρόταση εκτόνωσης μπροστά στην πίεση που ερχόταν για απεργιακή απάντηση.

Σε καταμερισμένο ρόλο για τη στρατηγική του κεφαλαίου

Ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός, που έχει βάλει γερή πλάτη στα αφεντικά όλα αυτά τα χρόνια, πρέπει να πάρει αυτό που του αξίζει. Την απομόνωσή του από τον κάθε τίμιο εργάτη.

Η δήλωση του προέδρου της ΓΣΕΕ πως τα συνδικάτα δεν μπορούν να αλλάξουν την ευρύτερη πολιτική, δεν γίνεται από την πλευρά της αναζήτησης πολιτικής ανατροπής και της πολιτικοποίησης των αγώνων, αλλά για να καλλιεργήσει την ηττοπάθεια, το ανώφελο του αγώνα, την ενσωμάτωση. Γι’ αυτό η ΓΣΕΕ και οι συν αυτή υπονομεύουν κάθε μορφή πάλης και οργάνωσης των εργατών, υιοθετούν και εντάσσουν βασικούς όρους της στρατηγικής των μονοπωλίων στις διεκδικήσεις των εργαζομένων, σιωπούν απέναντι σε εργοδοτικές αξιώσεις, φέρνουν σε αρκετούς κλάδους απευθείας τους ανθρώπους της εργοδοσίας στις γραμμές μας.

Οι συνεχείς εκκλήσεις του ΣΕΒ και άλλων εργοδοτικών ενώσεων για πολιτική σταθερότητα, δηλαδή να μπορεί απρόσκοπτα το πολιτικό προσωπικό να νομοθετεί τις απαιτήσεις των βιομηχάνων, χωρίς να υπάρχει ισχυρός λαϊκός παράγοντας, οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα που να πιέζει και να αντιστέκεται, αποτελούν όρο για την καπιταλιστική ανάκαμψη, άρα και καθήκον για τον εργοδοτικό – κυβερνητικό συνδικαλισμό.

Θέλουν τα συνεχόμενα μέτρα που βάζουν θηλιά στους εργαζόμενους, αλλά για τον ΣΕΒ αποτελούν οξυγόνο για την οικονομία, να μη συναντούν αντιδράσεις στους κλάδους και τους χώρους δουλειάς. Η αγανάκτηση χωρίς αγώνα μπροστά στην απληρωσιά, στην κακοπληρωμένη εργασία, στην «ευελιξία» και την ένταση της εκμετάλλευσης είναι όρος για την ομαλότητα της ανάκαμψης των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων.

Σε αυτό το μοτίβο, ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός έχει το δικό του καταμερισμένο ρόλο. Πλήρως ευθυγραμμισμένος με τις απαιτήσεις των αφεντικών του και πρόθυμος σε κάθε περίοδο να έχει το ρόλο αερόσακου απέναντι σε λαϊκή οργή και αγανάκτηση, αποτελεί κομμάτι του μαύρου μετώπου. Η ΓΣΕΕ, πιστή στο ρόλο της, αναζητά την «τάξη» στην αγορά εργασίας, δηλαδή να υπάρχει συντεταγμένη κίνηση όσον αφορά τις μειώσεις των μισθών, την απλήρωτη εργασία και την «ευελιξία», να υπάρχουν δηλαδή κανόνες στην «εκμετάλλευση», για να προοδεύσει ο «υγιής» ανταγωνισμός.

Απαντάμε αποφασιστικά, για την ανασύνταξη σε όλη τη γραμμή και κλίμακα

Γι’ αυτό η ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος είναι οργανωτικό καθήκον και ανάγκη, πρώτα και κύρια όμως έχει ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή ανασύνταξη σε όλη τη γραμμή και κλίμακα.

Οι ταξικές δυνάμεις δεν θα δεχτούν τις χειροπέδες που προσπαθεί το μαύρο μέτωπο να περάσει στα χέρια των εργαζομένων. Με οδηγό τις αποφάσεις της πρόσφατης Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής του ΠΑΜΕ, το ταξικό μας καθήκον μας επιβάλλει να συνεχίσουμε ακούραστα και τολμηρά με νέο σχέδιο οργάνωσης της πάλης. Με αυτοπεποίθηση, αποφασιστικότητα, μαχητικότητα, ζωντάνια, για να μπουν στη μάχη της οργάνωσης και άλλες δυνάμεις, με σταθερό μέτωπο απέναντι στη μεγαλοεργοδοσία, στην κυβέρνηση, στα αστικά κόμματα και την ΕΕ.

Απόσπασμα από άρθρο του Θανάση ΓΚΩΓΚΟΥ στο Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου