Τουρισμός – οι δύο όψεις

Μπορεί η ακρίβεια να κατατρώει το λαϊκό εισόδημα, η πανδημία να αναζωπυρώνεται και τα μαντάτα από την εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας να προειδοποιούν για μεγάλους κινδύνους, ο τουρισμός όμως στη χώρα μας γνωρίζει μεγάλες δόξες! Μεγαλύτερες και από το 2019, τη «χρονιά των ρεκόρ», όπως την είχαν χαρακτηρίσει κυβέρνηση και μεγαλοξενοδόχοι, πανηγυρίζοντας για τα εκατομμύρια των αφίξεων και τα δισεκατομμύρια των εισπράξεων. Τώρα, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία και τις προβλέψεις τους, τα έσοδα αναμένεται να είναι ακόμα μεγαλύτερα, σε μια «ολική επαναφορά» του εισαγόμενου τουρισμού, ο οποίος ελέγχεται, όπως είναι γνωστό, από μεγάλα πολυεθνικά μονοπώλια.

Πάνω από 20 δισ. ευρώ υπολογίζεται ότι θα εισπράξουν φέτος τουριστικοί όμιλοι, «τουρ οπερέιτορ», αεροπορικές και ναυτιλιακές εταιρείες, όταν το 2019 τα αντίστοιχα έσοδα ήταν της τάξης των 18,2 δισ. ευρώ. Παρά το γεγονός εξάλλου ότι οι αφίξεις στα αεροδρόμια εμφανίζονται ελαφρώς μειωμένες σε σχέση με το 2019, η πρόβλεψη για αύξηση των εσόδων εδράζεται στο γεγονός ότι οι επισκέπτες ξοδεύουν περίπου 20% περισσότερα χρήματα ανά ταξίδι, που σημαίνει ότι η Ελλάδα προσελκύει τουρίστες υψηλότερων εισοδημάτων από το εξωτερικό. Αυτό επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι τα ξενοδοχεία 5 και 4 αστέρων είναι ψηλότερα στη λίστα των προτιμήσεων όσων επισκέπτονται τη χώρα μας.

* * *

Αυτή είναι η «λαμπερή» πλευρά του «τουριστικού θαύματος», όπως έχει επικρατήσει να λέγεται. Την άλλη πλευρά, αυτήν που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα, μας την αποκαλύπτει μια έρευνα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Λιανικής Πώλησης Ελλάδας (ΣΕΛΠΕ) για το λεγόμενο «καταναλωτικό κλίμα». Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 48% όσων ρωτήθηκαν δήλωσε πως δεν θα κάνει φέτος ούτε μια μέρα διακοπές και το 22% ότι θα κάνει «πιο περιορισμένα σε σχέση με πέρυσι». Δηλαδή, 7 στα 10 λαϊκά νοικοκυριά είτε δεν θα ξεπορτίσουν καθόλου φέτος το καλοκαίρι από το σπίτι τους είτε θα αναζητήσουν για λιγότερες μέρες μια ανάσα ξεκούρασης μακριά από την έδρα τους. Μόλις ένα στα δέκα νοικοκυριά αναφέρει ότι θα κάνει τις ίδιες διακοπές με πέρυσι, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει πόσες μέρες έλειψε, πού πήγε και με τι προϋπολογισμό. Απ’ όσους πάντως σχεδιάζουν να κάνουν διακοπές, ένας στους τρεις δηλώνει ότι θα μειώσει τις δαπάνες του κατά 35%. Εννοείται ότι το μειωμένο εισόδημα παίζει τον πρώτο ρόλο στην «κλεισούρα» του φετινού καλοκαιριού, με το 63% να δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στο αυξημένο κόστος των αναγκαίων για την επιβίωση αγαθών και το 50% ότι θα μείνει σπίτι εξαιτίας του υψηλού κόστους στην Ενέργεια και στα καύσιμα. Αλλο ένα 52% δηλώνει πως δεν μπορεί να καλύψει το αυξημένο κόστος των μεταφορικών (ας όψονται η βενζίνη των 2,5 ευρώ/λίτρο και η τέταρτη μέσα σε λίγους μήνες αύξηση των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων), ενώ ανασταλτικός παράγοντας για το 23% είναι το κόστος διαμονής.

* * *

Με λίγα λόγια, το «θαύμα» του ελληνικού τουρισμού είναι για λίγους και εκλεκτούς από το εξωτερικό, σίγουρα όχι όμως για τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που θα φάει και φέτος την κάψα με το κουτάλι, αφού και οι μικρές, κοντινές αποδράσεις είναι πλέον απαγορευτικές, στη σκιά του επιβαρυμένου από την ακρίβεια προϋπολογισμού και του μεγάλου κόστους της μετακίνησης. «Τουλάχιστον θα δουλέψουν οι εργαζόμενοι της εστίασης και του τουρισμού», θα σκεφτεί κανείς, και η απάντηση έρχεται σχεδόν αυτόματα: Παρά την ανάκαμψη του κλάδου στα επίπεδα του 2019, πάνω από 50.000 εργαζόμενοι «λείπουν» από τις τουριστικές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, ακόμα και από τα αεροδρόμια, επειδή οι συνθήκες εργασίας στον κλάδο είναι απωθητικές.

Χιλιάδες νέοι και νέες, αλλά και μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι, που τα προηγούμενα χρόνια αναζητούσαν εισόδημα στον τουρισμό, φέτος δεν πλησιάζουν ούτε σε απόσταση ασφαλείας από τα μεγάλα ξενοδοχεία και τις άλλες επιχειρήσεις, μην μπορώντας να αντέξουν τις εξαντλητικές συνθήκες δουλειάς και τα αστεία μεροκάματα, που απέχουν έτη φωτός από το να χαρακτηριστούν «αξιοπρεπή» για τις συνθήκες που επικρατούν στους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Βέβαια, οι άθλιες αυτές εργασιακές συνθήκες δεν έπεσαν από τον ουρανό. Είναι το αποτέλεσμα νόμων που ψήφισαν όλες οι κυβερνήσεις, για να θωρακίσουν τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων και να κάνουν δελεαστική την Ελλάδα ως τουριστικό προορισμό, με φτηνότερες τιμές για τους τουρίστες, εξαιτίας και του χαμηλότερου «κόστους εργασίας» στις γαλέρες των μεγαλοξενοδόχων και των άλλων επιχειρηματιών του κλάδου.

* * *

Αυτές είναι λοιπόν οι δυο όψεις του τουρισμού στη χώρα μας: Από τη μια τα ρεκόρ των εισπράξεων και των κερδών για τους επιχειρηματικούς ομίλους και από την άλλη η αδυναμία των λαϊκών νοικοκυριών να κάνουν διακοπές, αλλά και η εκμετάλλευση που χτυπάει «κόκκινο» για τους εργαζόμενους του κλάδου. Οι οποίοι, συν τοις άλλοις, είναι εκτεθειμένοι και στην «εξωστρέφεια» του τουρισμού, που τον κάνει πιο «ευάλωτο» στις διακυμάνσεις της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας, η οποία οδεύει προς νέα κρίση.

Ο καπιταλισμός, το κυνήγι του κέρδους, στερεί από τον λαό το δικαίωμα και την ανάγκη των διακοπών, όπως ακριβώς στερεί από τους εργαζόμενους του κλάδου τις ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς με αξιοπρεπείς αμοιβές. Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν πρέπει να χαριστεί στο κεφάλαιο και στα κόμματά του. Ο αγώνας για δουλειά με δικαιώματα και συμβάσεις με αυξήσεις στους μισθούς, η διεκδίκηση μέτρων ενίσχυσης του λαϊκού εισοδήματος και ουσιαστικής προστασίας από την ακρίβεια, το αίτημα για φτηνές και ποιοτικές διακοπές για την εργατική – λαϊκή οικογένεια, δεν είναι μόνο απαραίτητα για να πάρει ο λαός ανάσα αλλά φωτίζουν και τον δρόμο που πρέπει να βαδίσει, για να πάψουν οι ανάγκες του να θεωρούνται «πολυτέλεια» και να συνθλίβονται στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη της Πέμπτης 7 Ιουλίου 2022